Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Πρώτη φορά αριστερά, ή μήπως όχι ;

Όταν στις 25 Ιανουαρίου οι Ελληνίδες και οι Έλληνες κλήθηκαν ν’ αποφασίσουν για το μέλλον της πατρίδας τους, πρωταρχικό μέλημα της συντριπτικής τους πλειονότητας, ήταν η απαγκίστρωση της χώρας από την καταστροφική υφεσιακή πολιτική που της είχε επιβληθεί από τους δανειστές της.

Στο μυαλό των περισσότερων, ήταν επίσης η πολιτική (κατ’ αρχήν) καταδίκη εκείνων των κομμάτων και των εκπροσώπων τους, που με τις αποφάσεις τους είχαν οδηγήσει εκατομμύρια συμπολιτών μας στα όρια της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Κάποιοι, είχαν ακούσει για το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» του ΣΥΡΙΖΑ, ή και γενικότερα για τα προγράμματα διακυβέρνησης των άλλων κομμάτων.
Ακόμη λιγότεροι, τα είχαν διαβάσει.

Πόσοι όμως από αυτούς επέλεξαν τελικά τον ΣΥΡΙΖΑ ως αριστερό κόμμα ; Πόσοι πραγματικά επέλεξαν με την ψήφο τους την εφαρμογή αριστερών πολιτικών στην Ελλάδα ;

Ας αναρωτηθούν όσοι σήμερα επιμένουν ακόμη για την «πρώτη φορά αριστερά», μήπως τελικά αυτό που οι πολίτες θέλησαν να εκφράσουν με την επιλογή τους, και το επανέλαβαν στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, ήταν μεν η εκ βάθρων αλλαγή της καταστροφικής πολιτικής που τους είχε εξαθλιώσει, τόσο οικονομικά, όσο και ηθικά, ΟΧΙ όμως με την ολοκληρωτική στροφή της Ελλάδας σε μία αδιέξοδη και -κατά τη γνώμη μου- εθνικά επικίνδυνη (σήμερα ακόμη περισσότερο) αριστερή πολιτική.

Όσοι λοιπόν εκ των μελών της κυβέρνησης, αλλά και των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και των στελεχών που κλήθηκαν ή πρόκειται να κληθούν να στελεχώσουν τον κρατικό μηχανισμό, έχουν κατά νου την εφαρμογή μιας ακραιφνούς αριστερής πολιτικής στην Ελλάδα, καλά θα κάνουν να το ξεχάσουν. Δεν ψηφίσθηκαν και δεν επελέγησαν γι’ αυτό.

Η Ελλάδα, δεν μπορεί και δεν πρέπει, σε αγαστή ουσιαστικά συνεργασία με τις μύχιες σκέψεις και σχεδιασμούς του κ. Σόιμπλε και των (εμφανών ή μη) υποστηρικτών του, αλλά και (τι οξύμωρο !) των ακραίων φωνών στην Ευρώπη, να γίνει ο «πυροκροτητής» της διάλυσης όχι μόνο της Ευρωζώνης αλλά πιθανόν και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ας γίνει λοιπόν κατανοητό ότι μπορεί μεν ο ΣΥΡΙΖΑ να κέρδισε τις εκλογές, δεν κέρδισε όμως το δικαίωμα ΚΑΜΙΑ «αριστερή πλατφόρμα» να εφαρμόσει πολιτικές, που σε πρώτο βαθμό θέτουν σε άμεσο κίνδυνο αποσταθεροποίησης τη χώρα, ενώ ταυτόχρονα βάζουν και τα θεμέλια για μελλοντικά αδιέξοδα.

Κι όσο πιο σύντομα γίνει αυτό, τόσο το καλύτερο για όλους.

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Σημειώσεις – παρατηρήσεις επί της Συμφωνίας της 12ης Ιουλίου

Κατανοώ απόλυτα την διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης για την ενίσχυση της διαπραγματευτικής της θέσης, όσον αφορά τις δηλώσεις για την ΜΗ ύπαρξη προαπαιτουμένων για την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Θα έπρεπε όμως να προσεχθούν περισσότερο κάποιες προτάσεις που "εισχώρησαν" στη Συμφωνία της 12ης Ιουλίου, όπως (τα κεφαλαία και οι υπογραμμίσεις -όπου υπάρχουν- δικά μου):

Α) Η ΠΡΩΤΗ πρόταση ΣΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ του κειμένου που αναφέρει «H σύνοδος κορυφής για το ευρώ τονίζει την κρίσιμη ανάγκη να οικοδομηθεί εκ νέου σχέση εμπιστοσύνης με τις ελληνικές αρχές ως προαπαιτούμενο για πιθανή μελλοντική συμφωνία σχετικά με νέο πρόγραμμα του ΕΜΣ. Στο πλαίσιο αυτό έχει βασική σημασία η ανάληψη ιδίας ευθύνης από τις ελληνικές αρχές, τις δε δεσμεύσεις πολιτικής πρέπει να ακολουθήσει η επιτυχής υλοποίησή τους»
Β) « ...μόνον μετά τη νομική εφαρμογή των τεσσάρων πρώτων προαναφερόμενων μέτρων (τα δύο νομοσχέδια δηλαδή που έχουν ήδη ψηφισθεί από την ελληνική Βουλή) καθώς και την ΕΓΚΡΙΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΔΕΣΜΕΥΣΕΩΝ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΕΓΓΡΑΦΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΟΥΛΗ, κατόπιν επαλήθευσης από τους θεσμούς και την Ευρωομάδα, ΜΠΟΡΕΙ να ληφθεί απόφαση προκειμένου ΝΑ ΔΟΘΕΙ στους θεσμούς Η ΕΝΤΟΛΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ μνημονίου συνεννόησης (ΜΣ). Η απόφαση αυτή θα ληφθεί υπό την προϋπόθεση ότι έχουν ολοκληρωθεί οι εθνικές διαδικασίες ...» και
Γ) «Προκειμένου να αποτελέσει τη ΒΑΣΗ για την επιτυχή σύναψη του μνημονίου συνεννόησης, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ μεταρρυθμιστικών μέτρων ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΝΙΣΧΥΘΕΙ σε σημαντικό βαθμό ώστε να ληφθεί υπόψη η σοβαρή επιδείνωση της οικονομικής και δημοσιονομικής θέσης της χώρας το τελευταίο έτος. Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει ΝΑ ΔΕΣΜΕΥΘΕΙ ΕΠΙΣΗΜΩΣ να ενισχύσει τις προτάσεις της σε τομείς που έχουν προσδιορίσει οι θεσμοί, με ικανοποιητικό και σαφές ΧΡΟΝΟΔΙΑΓΡΑΜΜΑ για τη θέσπιση και την εφαρμογή νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των διαρθρωτικών κριτηρίων, των ΟΡΟΣΗΜΩΝ και των ΠΟΣΟΤΙΚΩΝ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ, ώστε να είναι σαφής η κατεύθυνση των πολιτικών μεσοπρόθεσμα»

Ειδικά δε στο σημείο που αναφέρει « … την ΕΓΚΡΙΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΔΕΣΜΕΥΣΕΩΝ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΕΓΓΡΑΦΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΟΥΛΗ …» υπάρχει ευθεία αναφορά σε ΟΛΕΣ τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η κυβέρνηση και περιέχονται στη Συμφωνία της 12ης Ιουλίου όπως (επιγραμματικά) :
     · να πραγματοποιήσει φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό
     ·   να προχωρήσει σε πιο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων με σαφές χρονοδιάγραμμα για την υλοποίηση όλων των συστάσεων της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ
     · να προχωρήσει στην ιδιωτικοποίηση του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ), εκτός αν μπορούν να βρεθούν μέτρα αντικατάστασης με ισοδύναμο αποτέλεσμα
     · να προχωρήσει σε αυστηρή επανεξέταση και εκσυγχρονισμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων, των εργατικών κινητοποιήσεων
     · να πραγματοποιήσει τα απαραίτητα βήματα για την ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων τόσο αποφασιστικής δράσης για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια
     · να αναπτύξουν ένα σημαντικά ενισχυμένο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων με βελτιωμένη διακυβέρνηση· ελληνικά περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας θα μεταφερθούν σε ανεξάρτητο ταμείο, το οποίο θα τα ρευστοποιήσει με ιδιωτικοποιήσεις και άλλους τρόπους
     · να εκσυγχρονίσουν και να ενισχύσουν σε σημαντικό βαθμό την ελληνική διοίκηση

Και κάπου εδώ, ΜΕΤΑ από τις ανωτέρω επισημάνσεις, υπάρχει και η πρόταση :
«Οι αναφερόμενες ανωτέρω ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ αποτελούν ελάχιστες απαιτήσεις για την ΕΝΑΡΞΗ των διαπραγματεύσεων με τις ελληνικές αρχές.»
Για να συνεχίσει με το «Εντούτοις, η σύνοδος κορυφής για το ευρώ κατέστησε σαφές ότι η έναρξη διαπραγματεύσεων δεν προδικάζει οποιαδήποτε ενδεχόμενη τελική συμφωνία επί νέου προγράμματος του ΕΜΣ» αλλά και το ότι «Οι κίνδυνοι της μη ταχείας ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων βαρύνουν πλήρως την Ελλάδα»

Όταν λοιπόν εν γνώσει σου έχεις ήδη υπογράψει (με το «πιστόλι στον κρόταφο», ναι) τέτοιες προτάσεις που περιέχονται στο κείμενο της Συμφωνίας της 12ης Ιουλίου, είναι κατά τη γνώμη μου άνευ ουσίας και εκ των προτέρων αποτυχημένη, η οποιαδήποτε προσπάθεια να πείσεις τους εκπροσώπους των θεσμών (του κουαρτέτου πλέον), πως η έναρξη των διαπραγματεύσεων δεν έχει προαπαιτούμενα.

Εκτός εάν το επιχείρημα δεν απευθύνεται σε αυτούς, αλλά στους ψηφοφόρους σου.

Όσον αφορά δε τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο πιθανό επόμενο πρόγραμμα, αλλά και την αναφορά στην βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους, το κείμενο της Συμφωνίας της 12ης Ιουλίου προβλέπει ότι :
Α) «Τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ που ζητούν χρηματοπιστωτική συνδρομή από τον ΕΜΣ αναμένεται να απευθύνουν, εφόσον είναι δυνατόν, ανάλογο αίτημα και στο ΔΝΤ. Αυτό αποτελεί ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ προκειμένου η Ευρωομάδα να συμφωνήσει σχετικά με νέο πρόγραμμα του ΕΜΣ. Επομένως, η Ελλάδα θα ζητήσει τη συνέχιση της στήριξης του ΔΝΤ (παρακολούθηση και χρηματοδότηση) από τον Μάρτιο του 2016»
Β) «Υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Αυτό οφείλεται στη χαλάρωση των πολιτικών που ακολουθήθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων δώδεκα μηνών, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την πρόσφατη επιδείνωση του εσωτερικού μακροοικονομικού και χρηματοοικονομικού περιβάλλοντος.»
Γ) «Η σύνοδος κορυφής για το ευρώ υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη της ευρωζώνης έχουν θεσπίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών μία αξιοσημείωτη δέσμη μέτρων προς υποστήριξη της βιωσιμότητας του χρέους της Ελλάδας, η οποία εξομάλυνε την πορεία εξυπηρέτησης του χρέους της Ελλάδας και μείωσε το κόστος σημαντικά. Με αυτά τα δεδομένα και στο πλαίσιο του πιθανού μελλοντικού προγράμματος του ΕΜΣ, καθώς και σύμφωνα με το πνεύμα της δήλωσης της Ευρωομάδας του Νοεμβρίου του 2012, η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο. Τα μέτρα αυτά θα εξαρτώνται από την πλήρη υλοποίηση των μέτρων τα οποία πρόκειται να συμφωνηθούν σε πιθανό νέο πρόγραμμα και θα εξεταστούν μετά την πρώτη θετική ολοκλήρωση επανεξέτασης. Η σύνοδος κορυφής για το ευρώ τονίζει ότι δεν μπορούν να αναληφθούν απομειώσεις της ονομαστικής αξίας του χρέους.»
Δ) «Υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις που περιέχονται στο παρόν έγγραφο, η Ευρωομάδα και το διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΣ δύνανται, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΜΣ, να δώσουν εντολή στους θεσμούς να διαπραγματευτούν νέο πρόγραμμα του ΕΜΣ, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 της Συνθήκης ΕΜΣ, βάσει της εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1»

Τι προβλέπει όμως η Συνθήκη του ΕΜΣ στο άρθρο 13 (παρ.1 & 2) ;

ΑΡΘΡΟ 13
Διαδικασία για τη χορήγηση στήριξης σταθερότητας
1. Μέλος του ΕΜΣ μπορεί να απευθύνει αίτημα για στήριξη σταθερότητας προς τον πρόεδρο του Συμβουλίου των Διοικητών. Η εν λόγω αίτηση πρέπει να αναφέρει το όργανο (-α) χρηματοδοτικής συνδρομής που θα εξεταστούν. Κατά την παραλαβή της σχετικής αίτησης, ο πρόεδρος του συμβουλίου διοικητών αναθέτει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεργασία με την ΕΚΤ, τα ακόλουθα καθήκοντα:
(Α) να εκτιμήσει την ύπαρξη κινδύνου για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της ή των κρατών μελών της, εκτός εάν η ΕΚΤ έχει ήδη υποβάλει σχετική ανάλυση βάσει του άρθρου 18 (2)
(Β) ΝΑ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙ κατά πόσον το δημόσιο χρέος είναι ΒΙΩΣΙΜΟ. Όπου κρίνεται σκόπιμο και δυνατό, μια τέτοια εκτίμηση αναμένεται να διενεργείται από κοινού με το ΔΝΤ
(Γ) να αξιολογήσει τις πραγματικές ή δυνητικές ανάγκες χρηματοδότησης του εν λόγω μέλους του ΕΜΣ.
2. Με βάση την αίτηση του μέλους του ΕΜΣ και των αξιολογήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το Συμβούλιο των Διοικητών μπορεί να αποφασίσει να χορηγήσει, κατ' αρχήν, στήριξη σταθερότητας στο ενδιαφερόμενο μέλος του ΕΜΣ, με τη μορφή ενός μηχανισμού οικονομικής στήριξης.

Κατά συνέπεια, για την ΕΝΑΡΞΗ των διαπραγματεύσεων, πρέπει να πληρούνται σωρευτικά :
      A)     ΟΛΕΣ οι προϋποθέσεις και τα προαπαιτούμενα που περιγράφονται στη Συμφωνία της 12ης Ιουλίου, και
      B)      Το ελληνικό δημόσιο χρέος να κριθεί ως βιώσιμο τόσο από το ΔΝΤ όσο και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και την ΕΚΤ.

Το μόνο σίγουρο λοιπόν είναι ότι οι διαπραγματεύσεις ΔΕΝ πρόκειται να ξεκινήσουν, τουλάχιστον ομαλά, εάν ΚΑΙ οι δύο ανωτέρω όροι δεν πληρούνται ταυτόχρονα, ή εάν κάποια από τις δύο πλευρές δεν υποχωρήσει όσον αφορά τις απαιτήσεις της.


Ένας ενδιαφέρον (το λιγότερο) Αύγουστος, που θα καθορίσει την πορεία της χώρας στα επόμενα 50 τουλάχιστον χρόνια.

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Οι λεπτές ισορροπίες

Την 1η Μαρτίου, στο δημοσιευμένο μου κείμενο με τον τίτλο «Κερδίσαμε ;» και με αφορμή τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, είχα επισημάνει ότι « …η «δημιουργική ασάφεια» σε ένα κείμενο, μπορεί μεν να δίνει την ευχέρεια ερμηνείας του κατά το δοκούν από εκείνους που το διαβάζουν, και θα πρέπει στη συνέχεια να το εξηγήσουν, στην πραγματικότητα όμως απλά παρατείνει στο σχετικά άμεσο μέλλον την αδήριτη ανάγκη της πλήρους εξήγησής του, σε συμφωνία και αγαστή συνεργασία μάλιστα όσων το έχουν υπογράψει.
Το μόνο λοιπόν που προσφέρει στην παρούσα φάση η ασάφεια των όρων, των λέξεων και των προτάσεων των κειμένων του Eurogroup, είναι η δημιουργία ενός «κενού χρόνου», μιας … «ανακωχής» θα έλεγε κανείς, μέχρις ότου ο καθένας από τους υπογράφοντες κληθεί εκ των πραγμάτων να έρθει και πάλι στο σημείο της αντιπαράθεσης, που προϋπήρχε της υπογραφής τους … Θετικό το γεγονός ότι αυτός ο «κενός χρόνος» μπορεί εκμεταλλευθεί από την ελληνική κυβέρνηση ώστε, βασιζόμενη στην ανωτέρω ασάφεια των όρων, προβεί στις πολιτικές και νομοθετικές εκείνες ενέργειες που θα ενισχύσουν τόσο το διαπραγματευτικό, όσο και το πολιτικό αλλά και  με κοινωνικό προσανατολισμό προφίλ της.
 Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή ώστε οι ενέργειες αυτές να μην δημιουργήσουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης, εντός του οποίου η ίδια θα κληθεί να λειτουργήσει σε λίγους μήνες. Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση, στο άμεσο προσεχές μέλλον, θα πρέπει να «διαλέξει τις θέσεις μάχης της» και ποιοι θα είναι απέναντί της. Το σενάριο μιας  -κατ’ αρχήν- «βελούδινης σύγκρουσης» με τους «εταίρους» και δανειστές μας είναι υπαρκτό, αλλά δεν  πρόκειται να μείνει εκεί.
Λεπτές σίγουρα οι ισορροπίες και δύσκολες οι αποφάσεις.»

Οι λεπτές λοιπόν ισορροπίες, κάποιοι τις αποκαλούν και «βάδισμα σε τεντωμένο σχοινί», που ήταν και είναι αναγκασμένη εκ των πραγμάτων να κρατά η σημερινή κυβέρνηση, είναι δεδομένο ότι δεν μπορούν να ισχύσουν για καιρό.
Μετά την υπογραφή της συμφωνίας της 12ης Ιουλίου, τόσο η κατάσταση -αρκετών πια- οξύμωρων σχημάτων που έχουν δημιουργηθεί στην ελληνική πολιτική σκηνή, όσο και η εμπειρία των μέχρι σήμερα διαπραγματεύσεων με τους «εταίρους» και δανειστές μας, αλλά και αυτών που έπονται, εξακολουθούν να δημιουργούν και μάλιστα να αυξάνουν σε ένταση, το ασφυκτικό εκείνο περιβάλλον μέσα στο οποίο οποιαδήποτε επαμφοτερίζουσα θέση, δεν μπορεί (και δεν πρόκειται) να γίνει δεκτή από κανέναν.
Στους αμέσως προσεχείς μήνες, αν όχι ημέρες, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να εγκαταλείψει την τακτική των «δύο προσώπων», ένα για το εσωτερικό και ένα για το εξωτερικό, και να οριστικοποιήσει τις πραγματικές της θέσεις.
Με δυο λόγια, είναι πρακτικά (και διαπραγματευτικά) αδύνατο, να «υιοθετεί» στο εσωτερικό της χώρας την ρητορική του «πραξικοπήματος» και της «συνθηκολόγησης» που μας επιβλήθηκε από τους «εταίρους» μας (κι αυτό αληθεύει), ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει ότι με τους ίδιους ακριβώς «εταίρους» θα πρέπει να επαναδιαπραγματευτεί, επιδιώκοντας να γίνουν δεκτά τα αιτήματά της, κυρίως δε όσον αφορά την αναδιάρθρωση-απομείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, ακόμη κι εάν κάτι τέτοιο προβλέπεται στα όσα έχουν υπογραφεί.
Με ποιο σκεπτικό και κάτω από ποια πίεση, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι τους οποίους κάποιοι κατηγορούν ανοιχτά ότι ουσιαστικά κατέλυσαν την δημοκρατία στην Ελλάδα, θα δεχθούν τα δίκαια αιτήματά μας, όταν αποδεδειγμένα δεν το έχουν πράξει μέχρι σήμερα ;
Για ποιον μάλιστα λόγο να το κάνουν, όταν γνωρίζουν ότι ο χρόνος λειτουργεί πλέον εις βάρος μας (πχ, στα μέσα Αυγούστου λήγουν και πάλι ομόλογα αξίας 3,5δις της ΕΚΤ) ;
Εάν λοιπόν η συμφωνία της 12ης Ιουλίου έγινε με το βαθύτερο σκεπτικό να κερδηθεί χρόνος, ο χρόνος αυτός α) δεν είναι απεριόριστος και β) ως αξία -σήμερα- βρίσκεται στα «χέρια των αντιπάλων».
Από την άλλη, η συμφωνία αυτή αποτέλεσε την αφορμή για την ανάδειξη των ήδη υπαρχόντων πολιτικών διαφορών, τόσο μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, όσο και στους Ανεξάρτητους Έλληνες.
Διαφορές που εάν μέχρι πρότινος -και μέχρι σήμερα- παραβλέπονταν για χάρη της κυβερνητικής σταθερότητας, είναι πλέον φανερό ότι θα οδηγήσουν σε καταστάσεις που α) δεν ευνοούν την διαπραγματευτική θέση της χώρας και β) είναι πολύ πιθανό να οδηγήσουν σε αλλαγές στο πολιτικό της σκηνικό.
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι σήμερα η κυβέρνηση (και για διαφορετικούς λόγους) βρίσκεται στην ίδια περίπου θέση με την προηγούμενη κατά τους τελευταίους τρεις περίπου μήνες της θητείας της, όταν η κυβερνητική απραξία, που τότε από κάποιους περιγραφόταν ως «τα μολύβια κάτω», είχε ως γενεσιουργή της αιτία την αδιόρατη «απειλή» των πρόωρων εκλογών και της αλλαγής της πολιτικής κατάστασης στη χώρα (όπως αναφέρεται και πιο πάνω).
Τουλάχιστον έτσι η κατάσταση ενδεχομένως να «μεταφραστεί», από εκείνους ακριβώς με τους οποίους καλούμαστε να διαπραγματευτούμε.
Θεωρώ ως αρκετά πιθανό πλέον, η κυβερνητική σταθερότητα να αποτελέσει προαπαιτούμενο (όπως ακριβώς και τα πρόσφατα νομοσχέδια) από τους «εταίρους» μας, για μία «σωστή και με σοβαρότητα διαπραγμάτευση». Το ζήτημα δε της «εμπιστοσύνης» είναι επίσης πιθανό να κάνει και πάλι την «εμφάνισή» του κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που έπονται.
Με τον τρόπο αυτό, ουσιαστικά θα επιδιωχθεί η πραγμάτωση ενός εκ των βασικότερων στόχων τους. Η δημιουργία στην Ελλάδα μιας πειθήνιας (συνεργάσιμης για κάποιους) κυβέρνησης η οποία θα κληθεί να εφαρμόσει τα μέτρα του τρίτου μνημονίου που είναι δεδομένο ότι θα υπάρξει ως συνέπεια μιας νέας δανειακής σύμβασης.
Μιας δανειακής σύμβασης και ενός μνημονίου που ήταν γνωστό σε όλους (από το 2010) ότι θα έπρεπε να υπάρξει, ακριβώς λόγω του ότι τα πέντε χρόνια των δύο προηγούμενων υφεσιακών προγραμμάτων-μνημονίων, δεν είχαν σκοπό τη διάσωση της χώρας, αλλά αυτή των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών (στην 1η δανειακή) και των ελληνικών (στην 2η), ενώ ταυτόχρονα δημιουργούνταν οι κατάλληλες εκείνες συνθήκες εντός της χώρας, που θα την οδηγούσαν και πάλι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αλλά αυτή τη φορά σε ακόμη πιο δυσχερή θέση.
Δεν χωρά νομίζω καμία αμφιβολία ότι κυρίως με την υπογραφή της 2ης δανειακής σύμβασης τον Φεβρουάριο του 2012 από την κυβέρνηση Παπαδήμου και της τροποποίησής της τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου από την συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, το σύνολο σχεδόν των περιουσιακών στοιχείων της χώρας, παραδόθηκε «στα χέρια» των δανειστών, μέσω της παραίτησης από κάθε ασυλία τόσο της χώρας, όσο (και για πρώτη φορά) της Τράπεζας της Ελλάδας αλλά και του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ).
Η πραγματικότητα αυτή, το δεδομένο δηλαδή ότι σε περίπτωση μη ύπαρξης συμφωνίας την επόμενη μέρα (και για αρκετούς μήνες) δε θα υπήρχε τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα (με ότι αυτό συνεπάγεται), έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη συμφωνία της 12ης Ιουλίου. Και είναι αυτή που, σε συνδυασμό με τους πιθανούς εθνικούς κινδύνους που ενδεχομένως είτε θα «προκαλούνταν» από εξωγενείς παράγοντες, είτε ως συνέπεια μιας ευρείας κοινωνικής αναταραχής, οδήγησε το χέρι του πρωθυπουργού στην υπογραφή της συμφωνίας.
Αυτό όμως είναι κάτι που θα έπρεπε να γνωρίζει.
Εάν λοιπόν όλα τα ανωτέρω, ως εξήγηση ή λογική υπόθεση αληθεύουν, μοναδικά πλέον επιχειρήματα της θέλησης για την κατάκτηση (και διατήρηση) της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους Ανεξάρτητους Έλληνες, δεν μπορεί να ήταν (και να είναι) άλλα, από α) την πραγματική και σε βάθος διερεύνηση των ευθυνών όσων με τις αποφάσεις τους οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή της κατάσταση και φυσικά την προσαγωγή τους στην δικαιοσύνη και β) μέσω των προηγούμενων ενεργειών και ως αποτέλεσμά τους, την αλλαγή του πολιτικού και μεγαλο-επιχειρηματικού περιβάλλοντος της χώρας και την «επαναφορά» ή αναπροσανατολισμό τους σε ένα υγιές και λειτουργικό σύστημα.
Κάτι που δεν θα μπορούσε (και δεν μπορεί) να γίνει -και δεν έγινε- με κυβερνήσεις οι οποίες περιελάμβαναν ή θα περιλαμβάνουν τα ίδια -πιθανόν-  πρόσωπα τα οποία ενδεχομένως να φέρουν αυτές τις ευθύνες.
Αυτό είναι και το αφήγημα που θα πρέπει να υιοθετήσουν πλέον οι δύο σημερινοί συγκυβερνώντες πολιτικοί σχηματισμοί.
Και φυσικά να το θέσουν άμεσα σε εφαρμογή.
Δεν αρκεί όμως μόνον αυτό.
Άμεσα επίσης θα πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή ένα νέο στρατηγικά σχεδιασμένο πλαίσιο για την πραγματική και σε βάθος παραγωγική ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της χώρας, με στόχους και προτεραιότητες που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της εθνικής οικονομίας και της κοινωνίας, σε τομείς όπου η χώρα μας έχει συγκριτικό πλεονέκτημα. Στο ίδιο ακριβώς στρατηγικό πλαίσιο θα πρέπει να περιγράφονται επακριβώς και οι τρόποι με τους οποίους θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για την μεσο-μακροπρόθεσμη άρση των δυσμενών επιπτώσεων που θα φέρουν στην ελληνική κοινωνία τα μέτρα που πρόκειται να επιβληθούν μέσω του 3ου μνημονίου.
Οι δύο ανωτέρω στόχοι πρέπει να τεθούν το δυνατό συντομότερο σε εφαρμογή, καθότι μπορούν -κατά τη γνώμη μου- να δημιουργήσουν τις ικανές αλλά και αναγκαίες συνθήκες, για την έξοδο της χώρας μας από την οικονομική και ανθρωπιστική κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία, τα τελευταία πέντε τουλάχιστον χρόνια.
Μετά δε και την δυσμενή κατάληξη των διαπραγματεύσεων, κρίνονται πλέον ως ελάχιστες απαιτήσεις του συνόλου των πολιτών που εμπιστεύθηκαν με την ψήφο τους στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου τους δύο συνεργαζόμενους κυβερνητικούς σχηματισμούς ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξαρτήτων Ελλήνων.
Έχοντας ως δεδομένα ότι α) το πολιτικό περιβάλλον στην Ευρώπη δεν μπορεί να αλλάξει από την μια μέρα στην άλλη, αν και τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση έχουν ήδη γίνει με την Ελλάδα (για άλλη μία φορά) ως «πυροκροτητή» των εξελίξεων, και β) η ίδια η ελληνική κοινωνία, τουλάχιστον στην συντριπτική πλειονότητά της, δεν ήταν και δεν είναι έτοιμη για μία ρήξη η οποία θα οδηγούσε τη χώρα και τους πολίτες της σε καταστάσεις που θα θύμιζαν ανάλογες αρκετών δεκαετιών πίσω, αυτό που θα πρέπει να σκεφτούμε είναι ότι εμείς, ως λαός, δίνοντας το χέρι ο ένας στον άλλο όπως κάναμε πάντα, μπορούμε να οδηγήσουμε και πάλι την Ελλάδα στη θέση που της αξίζει.
Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο εάν συνεχίσουμε να παρέχουμε αν όχι την εμπιστοσύνη, τουλάχιστον την ανοχή μας σ’ εκείνους που με βαθύ αίσθημα ευθύνης, επωμιζόμενοι ένα κόστος -όπως κι εμείς- για το οποίο δεν ήταν υπεύθυνοι, αποφάσισαν να φέρουν εις πέρας αυτό το τιτάνιο έργο.

Κι αν η απογοήτευση (το λιγότερο) κυριαρχεί σήμερα ως συναίσθημα, είναι γνωστό ότι το δέντρο της αισιοδοξίας πότιζε πάντα η ελπίδα. 

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Επισημάνσεις

Αυτά που μερικοί (ίσως) δεν έχουν καταλάβει ακόμη, είναι :

Α) ο ύποπτος (το λιγότερο) ρόλος του κ. Σόϊμπλε, ο οποίος και προφανώς δεν ενεργεί μόνος, όσον αφορά την επιμονή του στην πρόταση για συναινετική έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Προϋπόθεση γι’ αυτό, αποτελεί η σύνταξη ενός ΝΟΜΙΚΟΥ κειμένου το οποίο και θα περιγράφει την διαδικασία εξόδου, κάτι που ΔΕΝ υπάρχει σήμερα. Αυτό έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις υπογεγραμμένες, από όλα τα κράτη μέλη, Συνθήκες της Ευρωζώνης, που δίνουν το δικαίωμα στον πρόεδρο της ΕΚΤ (και όχι μόνο) να αναφέρει ότι «η συμμετοχή στο ευρώ είναι αμετάκλητη». Ένα τέτοιο κείμενο, μπορεί -κατά τη γνώμη μου- να αποτελέσει νομικό προηγούμενο για οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος της Ευρωζώνης θελήσει να αποχωρήσει από αυτή. Κάτι που ΚΑΝΕΝΑ κράτος δεν μπορεί να κάνει σήμερα, χωρίς ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ να πρέπει να αποχωρήσει ΚΑΙ από την Ευρωπαϊκή Ένωση

Β) η χθεσινή ψήφιση του νομοσχεδίου, όπως και αυτή του επομένου που θα έρθει προς ψήφιση μέχρι τις 22 Ιουλίου, αποτελούν ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ για τη συνέχιση της διαπραγμάτευσης με τους ευρωπαίους «εταίρους» και δανειστές μας. Μιας διαπραγμάτευσης που θα έχει ως στόχο την υπογραφή i) μιας δανειακής σύμβασης παροχής οικονομικής βοήθειας από τον ΕΜΣ προς την Ελλάδα, ύψους περίπου 86δις ευρώ, και ii) την υπογραφή ενός Μνημονίου Κατανόησης (έτσι λέγεται) που θα περιγράφει τους ΟΡΟΥΣ (μέτρα) βάσει των οποίων θα εκταμιεύονται οι δόσεις του νέου αυτού δανείου. Λαμβανομένου δε υπ’ όψιν ότι στη συμφωνία της 12ης Ιουλίου προβλέπεται ότι « …η σύνοδος κορυφής για το ευρώ κατέστησε ΣΑΦΕΣ, ότι η έναρξη διαπραγματεύσεων ΔΕΝ προδικάζει οποιαδήποτε ενδεχόμενη τελική συμφωνία επί νέου προγράμματος του ΕΜΣ» αλλά και ότι «Οι κίνδυνοι της ΜΗ ταχείας ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων βαρύνουν ΠΛΗΡΩΣ την Ελλάδα», θεωρώ μάλλον δεδομένο ότι τα δύσκολα είναι μπροστά μας και τίποτε δεν έχει ακόμη τελειώσει

Ναι, αυτό που πρόσκαιρα αποφύγαμε είναι η άτακτη χρεοκοπία και (κυρίως) η αποσταθεροποίηση της κυβέρνησης μιας χώρας που αποτελεί τον ΜΟΝΑΔΙΚΟ ίσως παράγοντα σταθερότητας και ασφάλειας, μέσα σ’ ένα νοητό τρίγωνο αποσταθεροποίησης και εθνικών κινδύνων που περιλαμβάνει τις (εξίσου γεωπολιτικά σημαντικές) Ουκρανία, Λιβύη και Συρία. Μια αποσταθεροποίηση που είναι πιθανό να εκμεταλλευθούν (με όποιο τρόπο) άσπονδοι φίλοι και εχθροί, που έμαθαν να εξωτερικεύουν τα εσωτερικά τους προβλήματα.

Εκείνα που άμεσα έπονται όμως (εντός των επομένων δύο μηνών), θα καθορίσουν και την πορεία της χώρας τα επόμενα δύσκολα χρόνια.

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Προς απογοητευμένους ...

Όταν ένας από τους μεγαλύτερους τραγικούς μας ποιητές, ο Αισχύλος, έγραφε «Ουκ ανδρών όρκοι πίστης, αλλ’ όρκων ανήρ», δεν είναι δηλαδή οι όρκοι που μας κάνουν να πιστεύουμε σ’ έναν άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος που μας κάνει να πιστεύουμε στους όρκους του, δε θα μπορούσε (ίσως) να φαντασθεί την δύναμη και τη διαχρονικότητα αυτής του της φράσης.

Μία από τις κλασικές περιπτώσεις που η φράση αυτή μπορεί άνετα να βρει την «εφαρμογή» της, είναι και η πολιτική κατάσταση στη σημερινή Ελλάδα.

Με αδιαπραγμάτευτο λοιπόν δεδομένο ότι σε μία δημοκρατία, μία εκλεγμένη από τον λαό κυβέρνηση καλείται να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα του λαού που την εξέλεξε, ας αναλογισθεί ο κάθε ένας και η κάθε μία από εμάς που σήμερα νιώθουμε (δικαιολογημένα) απογοητευμένοι, σε ποια άλλη κυβέρνηση, ποιας άλλης οποιασδήποτε μορφής και σύνθεσης, θα εμπιστευόμασταν τις τύχες των παιδιών μας.

Ίσως κάποιοι σκεφθούν πως σκοπός αυτού του μικρού κειμένου είναι το «να χρυσώσει το χάπι».

Κάθε άλλο.

Νιώθω το ίδιο με όλους και όλες.

Καταφέρνω όμως ακόμη να διατηρώ μέσα μου το δικαίωμα στην ελπίδα ότι εκείνοι που επέλεξα να εμπιστευθώ, όχι απλώς δεν είναι ίδιοι, αλλά είναι απείρως πιστότεροι των προηγουμένων.


Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Λίγο πριν ... λίγο μετά

Κι ενώ οι προτάσεις της ελληνικής κυβέρνησης που πρόκειται να κατατεθούν προς συζήτηση, οριστικοποιούνται και μία πιθανή συμφωνία φαίνεται να είναι απόλυτα εφικτή, θα πρέπει ίσως να έχουμε στο μυαλό μας εάν υπήρχε περίπτωση μια άλλη κυβέρνηση :

α) να διαπραγματευόταν (και να πετύχαινε) την παραδοχή σε επίπεδο θεσμών, της συζήτησης για την πραγματική αναδιάρθρωση-απομείωση του δημόσιου χρέους ;

β) να συγκροτούσε διεθνή επιτροπή για το λογιστικό έλεγχο του χρέους, η οποία μάλιστα έχει ήδη καταλήξει στα πρωταρχικά της συμπεράσματα ;

γ) να συγκροτούσε εξεταστική επιτροπή για τη διερεύνηση του τρόπου που η χώρα μας μπήκε (οδηγήθηκε) στα μνημόνια, με σκοπό την αποκάλυψη της αλήθειας και την απονομή δικαιοσύνης ;

δ) να έχει στείλει ήδη πληθώρα περιπτώσεων διασπάθισης του δημοσίου χρήματος αξίας δισεκατομμυρίων ευρώ στις εισαγγελικές αρχές ;

ε) να έχει την πραγματική θέληση για την πάταξη της φοροδιαφυγής, το «κυνήγι» των λαθρεμπόρων και την αποστολή στη δικαιοσύνη όσων, διαπλεκόμενοι με την κρατική εξουσία, απομυζούσαν για χρόνια πολύτιμους πόρους από το ελληνικό δημόσιο ;

στ) να διαθέτει την ακλόνητη πίστη για την διεκδίκηση του κατοχικού δανείου και των πολεμικών αποζημιώσεων-επανορθώσεων ;

Υπάρχει άραγε περίπτωση μία άλλη ελληνική κυβέρνηση να είχε την πραγματική εντολή και αδιαπραγμάτευτη πίστη, για να βάλει τέλος σ’ ένα φαύλο πολιτικό και επιχειρηματικό σύστημα που, δομημένο χρόνια τώρα στη μίζα και την διαπλοκή, ζούσε σε βάρος της χώρας και φέρει ακέραια την ευθύνη για τη σημερινή οικονομική εξαθλίωση των Ελλήνων ;